Οι επιθέσεις της 22ης Μαρτίου στις Βρυξέλλες προκάλεσαν σοκ αλλά όχι έκπληξη. Επιβεβαίωσαν αυτό που πολλοί γνώριζαν εδώ και χρόνια: το Βέλγιο έχει σοβαρό πρόβλημα με την τρομοκρατία.
Για πολύ καιρό, ειδικοί σε θέματα ασφάλειας έχουν εκφράσει ανησυχίες σχετικά με το βάθος και την έκταση της ριζοσπαστικοποίησης και του φονταμενταλισμού στη χώρα. Πιστεύεται ότι το Βέλγιο διαθέτει την υψηλότερη κατά κεφαλήν αναλογία τρομοκρατών-μαχητών στη Συρία και το Ιράκ από όλες της χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τον Φεβρουάριο του 2016, ένας αξιόπιστος υπολογισμός ανέβασε αυτό τον αριθμό στους 562, σε ένα πληθυσμό λίγο πάνω από 11 εκατομμύρια. Τον περασμένο Νοέμβριο, αποκαλύφθηκε ότι κάποιοι από τους τρομοκράτες του Παρισιού είχαν βελγικές διασυνδέσεις και ήταν γνωστοί στις τοπικές αρχές ασφαλείας ενώ οι Βρυξέλλες παρέμειναν ουσιαστικά αποκλεισμένες για μία εβδομάδα.
Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει επιθέσεις σε βελγικά μουσεία, σούπερ μάρκετ και τραίνα, εγείροντας ερωτήματα σχετικά με το γιατί η χώρα φαίνεται να μην μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις προκλήσεις στην έλλειψη ασφάλειας.
Όπως πάντα, η απάντηση δεν είναι απλή. Μάλλον, όπως παρατήρησε ο Τιμ Κινγκ (ΣτΜ: συντάκτης του έγκυρου περιοδικού «Politico»), στο Βέλγιο «οι αποτυχίες ίσως είναι κατά ένα μέρος πολιτικές και διακυβερνητικές, κατά ένα μέρος αστυνομικές και δικαστικές και κατά ένα άλλο δημοσιονομικές και οικονομικές. Ο συνδυασμός τους δημιούργησε το κενό το οποίο εκμεταλλεύονται οι τρομοκράτες τζιχαντιστές».
Μια διχασμένη χώρα
Ο λεγόμενος ισλαμικός εξτρεμισμός στο Βέλγιο μπορεί να ανιχνευθεί τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1990, όταν η σχετιζόμενη με την Αλγερία μαχητική δραστηριότητα στη Γαλλία επεκτάθηκε και στη χώρα. (ΣτΜ: την περίοδο εκείνη η στρατιωτική κυβέρνηση της Αλγερίας, πρώην γαλλικής αποικίας, αντιμετώπιζε ένα ιδιαίτερα βίαιο αντάρτικο ισλαμιστών το οποίο έκανε κάποιες τρομοκρατικές επιθέσεις και στο Παρίσι). Οι αποτυχίες στην αντιμετώπιση του εξτρεμισμού τις δεκαετίες του 1990 και 2000, καθώς και στην ενσωμάτωση της μουσουλμανικής μειονοτικής κοινότητας, είναι σημαντικοί παράγοντες για την κατανόηση του πως έγινε το Βέλγιο γόνιμο έδαφος για την ριζοσπαστικοποίηση.Φαίνεται ολοένα και πιο πιθανό ότι μία κατακερματισμένη και χωρίς επαρκείς πόρους αστυνόμευση εξηγεί μερικώς την αποκρυστάλλωση αυτής της τάσης ριζοσπαστικοποίησης σε θανατηφόρες επιθέσεις εντός και εκτός της χώρας. Και αυτό συνδέεται με την σχετική πολιτική αστάθεια του Βελγίου. Η χώρα έχει ένα έντονα κατακερματισμένο σύστημα αστυνόμευσης και δικαιοσύνης. Μόνο στις Βρυξέλλες, υπάρχουν 6 διαφορετικές αστυνομικές δυνάμεις που καλύπτουν 19 κοινότητες – ένα ασυνήθιστο σύστημα για μια πόλη λίγο μικρότερη του 1,5 εκατομμυρίου κατοίκων. Αν και η ομοσπονδιακή αστυνομία διαθέτει μία αντιτρομοκρατική μονάδα περίπου 500 αντρών, φαίνεται ότι αυτό είναι απλώς ανεπαρκές σε σχέση με το εκτιμώμενο μέγεθος του προβλήματος. Η ανταλλαγή πληροφοριών με τις μη βελγικές δυνάμεις είναι επίσης προβληματική και παραμένει έτσι παρά τη συμφωνία περί αυξημένης συνεργασίας με τη Γαλλία, η οποία ανακοινώθηκε στις αρχές του 2016.
Αυτή η συμφωνία έγινε ύστερα από μια περίοδο έντασης για τις αποτυχίες της Γαλλίας και του Βελγίου σε θέματα ασφαλείας σχετικά με τις επιθέσεις στο Παρίσι.
Ερωτήματα για την Ευρωπαϊκή Ένωση
Ωστόσο, αν και οι ιδιαιτερότητες της πολιτικής και της αστυνόμευσης στο Βέλγιο εξηγούν την εκεί επικρατούσα κατάσταση, η χώρα δεν αποτελεί μία εντελώς ειδική περίπτωση. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει είναι μία οξυμένη εκδήλωση παρόμοιων δυσκολιών που υπάρχουν σε όλη την ΕΕ.Η Ευρώπη έχει ένα αυξανόμενο αριθμό κοινών αντιτρομοκρατικών νόμων και θεσμών, όπως το ενταγμένο στην Europol «Ευρωπαϊκό Αντιτρομοκρατικό Κέντρο», οι οποίοι είναι σχεδιασμένοι με στόχο το συντονισμό σε θέματα αντιτρομοκρατίας. Κι όμως, ακόμη δυσκολεύεται στην ανταλλαγή και επεξεργασία πληροφοριών μεταξύ αστυνομιών και δυνάμεων ασφαλείας. Αυτό ισχύει εντός των κρατών, μεταξύ των κρατών, και μεταξύ κρατών και θεσμών της ΕΕ. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες αγωνίζονται ξεχωριστά εδώ και πολύ καιρό να εντάξουν περιθωριοποιημένους πληθυσμούς και να αντιμετωπίσουν την ριζοσπαστικοποίηση - και οι εσωτερικές τους αποτυχίες μετατρέπονται σε υπερεθνικά προβλήματα.
Γίνεται επίσης σαφές ότι πρέπει να συζητηθεί το θέμα της ευκολίας με την οποία μπορούν να ταξιδεύουν οι άνθρωποι ανά την Ευρώπη, καθώς και η επιθυμία να διατηρηθεί η ελευθερία μετακίνησης ως συστατικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Υπάρχουν πραγματικά ζητήματα σχετικά με την ασφάλεια. Υπάρχουν όμως εξ ίσου πολλά ζητήματα σχετικά με το τι σημαίνει για τις αξίες και τις ελευθερίες - οι οποίες θεμελιώνουν την ΕΕ ως πολιτική οντότητα - η επιβολή επιπλέον δυσβάσταχτων εμποδίων στις μετακινήσεις.
Αυτό καταδεικνύει την θεμελιώδη πρόκληση που πρέπει αναπόφευκτα να αντιμετωπιστεί από τους Ευρωπαίους ηγέτες. Οι σοβαρές απειλές για την ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν είναι πλέον μόνον εξωτερικές ούτε περιορίζονται σε κράτη. Είναι εσωτερικές, σοβαρές και δύσκολο να εντοπιστούν. Η αποτελεσματική αντιμετώπισή τους, διατηρώντας παράλληλα τον πυρήνα της ευρωπαϊκής πολιτικής ταυτότητας, απαιτεί ίσως μία θεμελιώδη επαναξιολόγηση του τι είναι η Ευρώπη, τι θέλει να είναι, και πως μπορεί αυτό να επιτευχθεί.
Η υιοθέτηση νέων αντιτρομοκρατικών νόμων είναι μία περιορισμένη απάντηση σε αυτή την πρόκληση. Οι τοπικές δυνάμεις ασφαλείας χρειάζονται επειγόντως επαρκή μέσα ώστε να καταστεί δυνατή η επιβολή της εξουσίας την οποία ήδη διαθέτουν. Χρειάζεται σημαντικά βελτιωμένη ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ και μέσω θεσμών όπως η Europol. Πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Πρέπει να μελετηθεί σοβαρά το μέτρο στο οποίο η μετακίνηση στην Ευρώπη μπορεί να είναι ελεύθερη και ταυτόχρονα λιγότερο επικίνδυνη.
Ο στόχος πρέπει να είναι η εύρεση τρόπων εξασφάλισης από τα κράτη μέλη ότι τα εσωτερικά τους προβλήματα ασφαλείας δεν θα δημιουργούν πανευρωπαϊκά τρωτά σημεία, διατηρώντας ταυτόχρονα την ταυτότητά μας ως μια Ευρώπη βασισμένη στο δίκαιο και τις ελευθερίες. Όμως αυτός ο στόχος είναι δύσκολο να επιτευχθεί.
Το ζήτημα είναι τώρα εάν η Ευρώπη μπορεί να αποφύγει να θέσει σε κίνδυνο την προσήλωσή της στην ελευθερία καθώς παλεύει να βελτιώσει την ικανότητά της στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
* Η Φιόνα ντε Λόντρας είναι καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μπέρμινγχαμ στη Βρετανία. Ήταν συντονιστής του προγράμματος SECILE (Ασφαλίζοντας την Ευρώπη μέσω Αντι-τρομοκρατίας: Αντίκτυπος, Νομιμότητα και Αποτελεσματικότητα) το οποίο χρηματοδοτήθηκε από το 7ο Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.
Πηγή: The Conversation / Brussels terror attacks: a continent-wide crisis that threatens core European ideals
Μετάφραση-προσαρμογή: Δ.Κ.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Ορισμένα αναρτώμενα απο το διαδίκτυο, κείμενα ή εικόνες (με σχετική σημείωση της πηγής) θεωρούμε οτι είναι δημόσια. Αν υπάρχουν δικαιώματα, παρακαλούμε ενημερώστε μας για να τα αφαιρέσουμε. Οι απόψεις του ιστολογίου μπορεί να μην συμπίπτουν με τα περιεχόμενα του άρθρου !!!!!


Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Το ΕΠΙΟΣΥ INFO ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, διευθύνσεις , υβριστικά ή συκοφαντικά θα αφαιρούνται!